spacer.png, 0 kB
Η ιστοσελίδα βρίσκεται υπό κατασκευή...

Ολυμπιακοί Αγώνες


Χάρτα για το
Ποικίλο Όρος
Ελαιώνας S.O.S.

NEW

ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ
Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας

NEW
Ύδωρ

Προβλήματα και προοπτικές

Login Form

Username

Password

Remember me
Forgotten your password?
No account yet? Create one

spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
Home
Ύδωρ - Προβλήματα και προοπτικές PDF Print E-mail
Written by Administrator   
Friday, 08 August 2008

Η πορεία εφαρμογής της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα στην Ελλάδα. Προβλήματα και προοπτικές 
 

Λάζαρος Φ. Τάτσης, Μηχανικός Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης

Msc "Περιβάλλον και Ανάπτυξη" Ε.Μ.Π.

Υπ. Δρ. Μηχανικός Ε.Μ.Π. 
 

Περίληψη

Η εργασία αυτή πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία Πλαίσιο για τα Ύδατα στο ελληνικό δίκαιο, τα προβλήματα που έχουν παρουσιασθεί μέχρι στιγμής, ενώ παράλληλα υποδεικνύει άξονες προτεραιότητας για την επίλυσή τους. Η εργασία απαρτίζεται από τρία μέρη. Εισαγωγικά γίνεται μια σύντομη ιστορική επισκόπηση του κοινοτικού θεσμικού πλαισίου για τους υδατικούς πόρους. Στο Α΄ μέρος αναλύονται οι βασικότερες διατάξεις του νόμου 3199/2003, ο οποίος σημειωτέον ότι ενσωματώνει την Οδηγία 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα. Στο Β΄ μέρος περιγράφονται τα προβλήματα του νόμου 3199/2003, κυριότερο εκ των οποίων είναι ότι διαφοροποιεί το στόχο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ. Στο Γ΄ μέρος παρατίθενται οι εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο, σε ό,τι αφορά την Οδηγία Πλαίσιο για τα Ύδατα, τόσο σε επίπεδο δράσεων, όσο και σε νομικό επίπεδο. Επισημαίνεται ότι παρόλο που έχουν αναληφθεί αρκετές δράσεις, εντούτοις δεν έχει υλοποιηθεί κάποια μέχρι σήμερα. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι η επιτυχής εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα προϋποθέτει μεταξύ άλλων: α) Την ύπαρξη κατάλληλων υποδομών στον τομέα των υδατικών πόρων. β) Τη διάθεση οικονομικών πόρων και γ) την αλλαγή της νοοτροπίας των Ελλήνων πολιτών περί ατομικού συμφέροντος.    

Λέξεις Κλειδιά

Οδηγία 2000/60/ΕΚ, Νόμος 3199/2003, Προεδρικό Διάταγμα 51/8.3.2007,   Ολοκληρωμένη διαχείριση υδατικών πόρων, Υδατικά διαμερίσματα Ελλάδας,

1. Εισαγωγή

      Η διαδικασία ανάπτυξης ενός κοινοτικού θεσμικού πλαισίου για τους υδατικούς πόρους είναι δυνατόν να ταξινομηθεί χρονικά σε τρεις βασικές περιόδους. Συγκεκριμένα, η πρώτη περίοδος ξεκινά το έτος 1975 με τη θέσπιση της Οδηγίας 75/440/ΕΟΚ για τα επιφανειακά ύδατα, καθώς και την Οδηγία 79/869/ΕΟΚ για την ποιότητα του πόσιμου νερού. Διευκρινίζεται ότι οι πρώτες αυτές Οδηγίες στόχευαν κατά κύριο λόγο στον καθορισμό προτύπων ποιότητας του νερού, καθώς και στην προστασία των επιφανειακών υδάτων, τα οποία προορίζονταν για άντληση (Da-Cunha, 1989:13). Η δεύτερη περίοδος της κοινοτικής νομοθεσίας για το νερό ξεκινάει το έτος 1991, όπου για πρώτη φορά δεν επικεντρώνεται μόνο στον ορισμό αποδεκτών προτύπων ποιότητας του νερού, αλλά και στον έλεγχο της ρύπανσης ως μέσο επίτευξης των προτύπων αυτών. Σημειώνεται ότι το νέο νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει την Οδηγία 91/271/ΕΟΚ για τη διαχείριση των αστικών υγρών αποβλήτων, την Οδηγία για την ποιότητα του πόσιμου νερού, την Οδηγία 91/676/ΕΟΚ για τα νιτρικά, καθώς και τη Οδηγία 96/61/ΕΚ για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης. Ακολούθως, η Οδηγία Πλαίσιο για το Νερό (Water Framework Directive-WFD) αποτελεί το λεγόμενο "τρίτο κύμα" της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τους υδατικούς πόρους, δεδομένου ότι συνδυάζει με ποικίλους τρόπους τα δύο προηγούμενα νομοθετικά πλαίσια. Πρώτα απ’ όλα είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι εισάγει μια ολοκληρωμένη μεθοδολογική προσέγγιση στη διαδικασία διαχείρισης των υδατικών πόρων, η οποία επιτυγχάνεται εντός των ορίων των λεκανών απορροής ποταμού και συνδέεται με αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά με γεωγραφικά και γεωμορφολογικά όρια, και όχι με διοικητικά. Επιπρόσθετα, ορίζεται ότι είναι αδύνατο να εξετάζεται το θέμα της ποιότητας του νερού, ξεχωριστά από άλλα θέματα, όπως είναι ο έλεγχος της ρύπανσης και η προστασία των υπόγειων υδάτων. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο γεγονός πως όταν η Οδηγία 2000/60/ΕΚ τεθεί σε πλήρη εφαρμογή, θα αντικαταστήσει όλες τις προηγούμενες Οδηγίες που σχετίζονται με τη διαχείριση των υδάτων, οι οποίες είναι οι κάτωθι:

  • Η Οδηγία για τη διαχείριση των αστικών υγρών αποβλήτων.
  • Η Οδηγία για τα νιτρικά.
  • Η Οδηγία της ρύπανσης, που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες.
  • Η Οδηγία για την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης.
  • Η Οδηγία για την απαιτούμενη ποιότητα των επιφανειακών υδάτων που προορίζονται για την παραγωγή πόσιμου νερού.
  • Η Οδηγία για τις μεθόδους μέτρησης και τη συχνότητα δειγματοληψιών και ανάλυσης των επιφανειακών υδάτων που προορίζονται για την παραγωγή πόσιμου νερού.
  • Η Οδηγία για την προστασία των υπόγειων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες.
  • Η Οδηγία για την ποιότητα των υδάτων που έχουν ανάγκη προστασίας ή βελτίωσης για τη διατήρηση της ζωής των ψαριών.
  • Η Οδηγία για την απαιτούμενη ποιότητα των υδάτων για οστρακοειδή.
  • Η Οδηγία για την ποιότητα του πόσιμου νερού.
  • Η Οδηγία για την καθιέρωση κοινής διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών για την ποιότητα των υδάτων.
  • Η Οδηγία για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης.
  • Η Οδηγία για την προτεινόμενη οικολογική ποιότητα των υδάτων (European Commission, 2000). 

      Οι αρχικές διαδικασίες για τη σύνταξη της Οδηγίας Πλαισίου για τα Ύδατα ξεκίνησαν το έτος 1995 με τη Συμφωνία της Περιβαλλοντικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου των Υπουργών Περιβάλλοντος της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποτολμήσουν μια συνολική και ολιστική προσέγγιση στην πολιτική διαχείρισης των υδατικών πόρων (Καΐκα, 2004). Μετά τη Συμφωνία αυτή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέταξε μια αρχική ανακοίνωση για τη νέα νομοθεσία στη διαχείριση των υδατικών πόρων. Σύμφωνα με την εν λόγω ανακοίνωση, οι πρωταρχικοί στόχοι της νέας νομοθεσίας συνοψίζονται στους εξής:

  • Αντικατάσταση της υφιστάμενης νομοθεσίας με ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο.
  • Καθιέρωση κοινών όρων στην ευρωπαϊκή πολιτική για το νερό.
  • Ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων1.
  • Ολοκληρωμένη διαχείριση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη, τόσο την ποιότητα, όσο και την ποσότητα των υδατικών πόρων.
  • Ολοκληρωμένη διαχείριση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη, τόσο τους επιφανειακούς, όσο και τους υπόγειους υδατικούς πόρους.
  • Αντιστοιχία των περιβαλλοντικών μέτρων και μεθόδων (για παράδειγμα έλεγχος της ρύπανσης) με περιβαλλοντικούς στόχους (για παράδειγμα διασφάλιση της ποιότητας του νερού).

  Στη συνέχεια του άρθρου θα εξεταστεί η διαδικασία ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα, τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά την εφαρμογή της, καθώς και οι προοπτικές που προδιαγράφονται στην Ελλάδα για την επίτευξη του στόχου της "καλής οικολογικής κατάστασης" με χρονικό ορίζοντα το έτος 2015. 

2. Η εναρμόνιση της ελληνικής με την κοινοτική νομοθεσία

      Σύμφωνα με το Άρθρο 1, ο Νόμος 3199/2003 "προστασία και διαχείριση των υδάτων" και οι κανονιστικές πράξεις που προβλέπει, ενσωματώνουν την Οδηγία 2000/60/ΕΚ στο ελληνικό δίκαιο. Είναι άξιο αναφοράς ότι ο Ν.3199/2003 αντικαθιστά σταδιακά τον προηγούμενο νόμο της Ελλάδας για τη διαχείριση των υδατικών της πόρων 1739/87, ο οποίος προέβλεπε τη θεσμοθέτηση διαδικασιών και οργάνων για τη διαχείριση και προστασία των υδάτων, τον προγραμματισμό της ανάπτυξης των υδατικών πόρων και τη διαμόρφωση ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης νερού, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει η πλήρης εφαρμογή του. Ο παλαιότερος νόμος ανέφερε επίσης τη δημιουργία κεντρικού αρχείου υδρολογικών δεδομένων, καθώς και τον καθορισμό ανώτατων και κατώτατων ορίων κατά χρήση των αναγκαίων ποσοτήτων και της κατάλληλης ποιότητας για ορθολογική χρήση του νερού (Λουκάτος κ.α., 2005). Σημειώνεται επίσης ότι η Ελλάδα υπήρξε συνεπής θεωρητικά ως προς τη χρονολογία ενσωμάτωσης του κοινοτικού στο εσωτερικό δίκαιο, μιας και η Οδηγία 2000/60/ΕΚ ορίζει ως χρονικό όριο ενσωμάτωσης την 22α Δεκεμβρίου του 2003, ενώ η ισχύς του παρόντος νόμου ξεκίνησε στις 5 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Ο νόμος 3199/2003 για τη διαχείριση των υδατικών πόρων της Ελλάδας αποτελείται από 17 άρθρα και θεωρητικά έχει ως στόχο να εισάγει στη χώρα μας το πνεύμα της ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των υδάτων, βάσει των επιταγών της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα. Στον εν λόγω νόμο ορίζονται ως Περιοχές Λεκάνης Απορροής Ποταμού τα 14 υδατικά διαμερίσματα της Ελλάδας, των οποίων η διάκριση είχε υλοποιηθεί στα πλαίσια του Ν.1739/87, και τα οποία φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Πίνακας 1: Έκταση και πληθυσμός των υδατικών διαμερισμάτων της Ελλάδας

Κωδικός Αριθμός (Κ.Α.) Υδατικό Διαμέρισμα Έκταση (Km2) Πληθυσμός 1991 Πληθυσμός 2001
01 Δυτικής Πελοποννήσου 7.301 314.059 331.180
02 Βόρειας Πελοποννήσου 7.310 562.859 615.288
03 Ανατολικής Πελοποννήσου 8.477 277.229 288.285
04 Δυτικής Στερεάς Ελλάδας 10.199 305.512 312.516
05 Ηπείρου 10.026 445.658 464.093
06 Αττικής 3.207 3.502.724 3.737.959
07 Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας 12.341 560.924 577.955
08 Θεσσαλίας 13.377 730.945 750.445
09 Δυτικής Μακεδονίας 13.440 569.684 596.891
10 Κεντρικής Μακεδονίας 10.389 1.225.840 1.362.190
11 Ανατολικής Μακεδονίας 7.280 390.848 412.732
12 Θράκης 11.177 377.410 404.182
13 Κρήτης 8.335 540.054 601.131
14 Νήσων Αιγαίου 9.103 456.712 508.807
  Σύνολο Χώρας 131.962 10.260.458 10.964.020

Πηγή: Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Ε.Μ.Π., 2007 

   Οι βασικές αρχές του νόμου 3199/2003 είναι οι κάτωθι:

  • Η επίτευξη της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων της Ελλάδας.
  • Η ανάκτηση του κόστους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες υδάτων, καθώς και του περιβαλλοντικού και του κοινωνικού κόστους, θα γίνεται στα πλαίσια της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει", αφού πρωτίστως συνεκτιμηθούν τα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά αποτελέσματα της ανάκτησης, καθώς και οι κλιματολογικές συνθήκες της κάθε περιοχής.
  • Η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών και φορέων στη διαδικασία διαχείρισης και προστασίας του νερού.
  • Η ένταξη και η συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων όλων των φορέων της τοπικής κοινωνίας, καθώς και όλων των χρηστών του νερού.

    Συνεχίζοντας, το θεμελιώδες στοιχείο του νόμου, το οποίο μάλιστα διαφοροποιείται από τις βασικές διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ είναι ότι:

Οι αρμοδιότητες προστασίας και διαχείρισης κάθε λεκάνης απορροής ανήκουν στην Περιφέρεια και στα διοικητικά όρια της οποίας εκτείνεται, ενώ στην περίπτωση που η λεκάνη απορροής εκτείνεται στα διοικητικά όρια περισσότερων περιφερειών, τότε οι αρμοδιότητες ασκούνται από κοινού.

    Είναι άξιο αναφοράς ότι ο τελικός στόχος του νόμου 3199/2003 είναι η ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται, αφενός μεν οι θεμελιώδους σημασίας οικολογικές λειτουργίες τους, αφετέρου δε η ολοκληρωμένη παροχή των ποικίλων αγαθών και υπηρεσιών τους στον άνθρωπο αφού προηγουμένως ληφθούν υπόψη οι ανάγκες και το όφελος του κοινωνικού συνόλου (Λαζάρου, 2006).

    Οι διατάξεις του νέου νόμου προβλέπουν τη λειτουργία των ακόλουθων υπηρεσιών:

  1. Η Εθνική Επιτροπή Υδάτων, η οποία θα αποτελέσει και την βασική υπηρεσία για τη χάραξη της πολιτικής στην προστασία και διαχείριση των υδάτων. Παράλληλα, είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου, ενώ μετά την εισήγηση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και του Εθνικού Συμβουλίου Υδάτων εγκρίνει τα εθνικά προγράμματα προστασίας και διαχείρισης του υδατικού δυναμικού της χώρας μας.
  2. Το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων με πρόεδρο τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Σημειώνεται ότι στο εν λόγω Συμβούλιο συμμετέχουν επιπρόσθετα και άλλοι οργανισμοί, όπως το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων Υγροτόπων (Ε.Κ.Β.Υ.), το Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (Ε.Κ.Π.Α.Α.) και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.).
  3. Η Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων, η οποία εδράζεται στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και αποτελεί ενιαίο διοικητικό τομέα, ενώ εντός αυτής συνίσταται η γνωμοδοτική επιτροπή υδάτων.
  4. Η Διεύθυνση Υδάτων, η οποία συνίσταται σε κάθε περιφέρεια και διαμέσου της οποίας ασκούνται οι αρμοδιότητες της περιφέρειας για την προστασία και την διαχείριση των υδάτων εντός των ορίων της (ΕΚΒΥ, 2004).

Σημειώνεται ότι σε κάθε Περιφέρεια συνίσταται επιπρόσθετα το Περιφερειακό Συμβούλιο Υδάτων, το οποίο αποτελεί όργανο κοινωνικού διαλόγου και διαβούλευσης για θέματα προστασίας και διαχείρισης των υδάτων. Αναλυτικότερα, οι αρμοδιότητές του είναι οι εξής:

    • Προβλέπει Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμού.
    • Προβλέπει την κατάρτιση προγραμμάτων μέτρων και παρακολούθησης των υδάτων.
    • Προβλέπει την κατάρτιση ειδικών μέτρων κατά της ρύπανσης των υδάτων.
    • Θέτει κανόνες για την κάθε κατηγορία χρήσεων των υδάτων, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα Διαχειριστικά Σχέδια.
    • Επιβάλλει την αδειοδότηση για τη χρήση του νερού και την εκτέλεση των έργων αξιοποίησής του.
    • Καθορίζει τις διαδικασίες ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος για τις διάφορες χρήσεις.
    • Προβλέπει την έκδοση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο θα ρυθμίζει όλα όσα προβλέπονται στις διατάξεις του εν λόγω νόμου, καθώς και κάθε άλλο θέμα, σχετικό με την προστασία των υδατικών πόρων και την ενσωμάτωση των διατάξεων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ.
    • Καταργεί όλες τις προηγούμενες διατάξεις σε θέματα που ρυθμίζονται από τον Ν. 3199/2003, καθώς και κάθε άλλη τροποποίηση, η οποία αντιτίθεται στις διατάξεις του (Γρίβα, 2005).

Διευκρινίζεται ότι ο νόμος 3199 αποτέλεσε το προϊόν μιας προσπάθειας να συγκροτηθούν καινούρια όργανα σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς και να αποφευχθούν οι αλληλοεπικαλύψεις των αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων (Ασημακόπουλος, 2004). 

3. Τα προβλήματα του νόμου 3199/2003 στη διαχείριση των υδατικών πόρων της Ελλάδας

      Στο εδάφιο αυτό παρατίθενται τα σημαντικότερα προβλήματα και ελλείψεις του νόμου 3199/2003, σε σύγκριση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ, προκειμένου έτσι να γίνει αντιληπτός ο λανθασμένος τρόπος, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν έχουμε:

1. Καταρχάς, διαφοροποιείται ο βασικός σκοπός της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς ο εν λόγω νόμος βρίσκει εφαρμογή μόνο στις κατηγορίες των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, ενώ η Οδηγία-Πλαίσιο ορίζει ρητά στο Άρθρο 1 ότι:

"Σκοπός είναι η θέσπιση πλαισίου για την προστασία των εσωτερικών επιφανειακών, των μεταβατικών, των παράκτιων και των υπόγειων υδάτων".

Επιπλέον, η Οδηγία 2000/60/ΕΚ ορίζει με σαφήνεια ότι στοχεύει στην αναχαίτιση οποιασδήποτε περαιτέρω υποβάθμισης και την επίτευξη της καλής κατάστασης για όλα τα Υδάτινα Σώματα έως το έτος 2015. Εντούτοις, στον Νόμο 3199 παρατίθεται ο γενικόλογος και παραπλανητικός στόχος της "διατήρησης, προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του υδάτινου περιβάλλοντος", ο οποίος σημειωτέον ότι δύναται να ερμηνευθεί διαφορετικά από τον κάθε χρήστη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες πεποιθήσεις και τα συμφέροντά του. Σημειώνεται επίσης ότι έχουν παραλειφθεί συστηματικά οι προβλέψεις για την καλή χημική και ποσοτική κατάσταση των υπόγειων υδάτων, αλλά και για την καλή οικολογική κατάσταση των επιφανειακών υδάτων, οι οποίες αποτελούν άλλωστε και τον κεντρικό άξονα της Οδηγίας. Πέραν αυτών, αποσιωπάται η υποχρέωση της αποτροπής οποιασδήποτε επιδείνωσης της κατάστασης των νερών της χώρας, ενώ συγχρόνως δεν μεταφέρονται επαρκώς οι δεσμευτικές προθεσμίες υλοποίησης της Οδηγίας (WWF, 2005).

2. Ο Νόμος 3199/2003 ενσωματώνει στο εσωτερικό δίκαιο ορισμένες μόνο από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας και αυτές μάλιστα όχι στο σύνολό τους, αλλά "τομεακά", γεγονός που τον καθιστά αποσπασματικό και ανακόλουθο και δημιουργεί μια πληθώρα προβλημάτων κατά την εφαρμογή του, τόσο σε σχέση με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, όσο και σε σχέση με τις ήδη υπάρχουσες ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, και ιδίως με τις διατάξεις του Νόμου 1739/1987 (Σακελλαροπούλου και Σεκέρογλου, 2006).

3. Οι ελλείψεις του νόμου 3199/2003 φαίνονται ξεκάθαρα μέσα από την αιτιολογική γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΔΕΚ, Υπόθεση 2005/2226), η οποία απεστάλη στις 15 Απριλίου του 2005 και  στην οποία περιγράφεται αναλυτικά ότι ο νόμος 3199/2003 ενσωμάτωσε ελλιπώς τις διατάξεις της Οδηγίας Πλαίσιο στην ελληνική νομοθεσία και αυτό διότι:

α) Παρέλειψε να μεταφέρει μια πλειάδα κρίσιμων ορισμών για την εφαρμογή της Οδηγίας, όπως είναι για παράδειγμα οι έννοιες "διαθέσιμοι πόροι υπόγειων υδάτων", "ποιοτικό περιβαλλοντικό πρότυπο", "συνδυασμένη προσέγγιση" και "χρήση ύδατος".

β) Παρέλειψε να μεταφέρει τους προβλεπόμενους από την Οδηγία περιβαλλοντικούς στόχους.

γ) Δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες εκτελεστικές διατάξεις για τον καθορισμό των χαρακτηριστικών της περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, για την ανάκτηση κόστους για τις υπηρεσίες ύδατος και για τον αναλυτικό καθορισμό του περιεχομένου των προγραμμάτων μέτρων και των διαχειριστικών σχεδίων.

δ) Δεν έχει προβλεφθεί μέχρι στιγμής ολοκληρωμένη διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης για το Σχέδιο Διαχείρισης της λεκάνης απορροής ποταμού.

Σημειώνεται ότι οι παραπάνω παραλείψεις παραβιάζουν το Άρθρο 3 της Κοινοτικής Οδηγίας 2000/60, ενώ συγχρόνως αποτελούν αδιάσειστα στοιχεία, προκειμένου να ισχυρισθεί κανείς βάσιμα ότι αλλοιώνεται το περιεχόμενό της εξ’ ολοκλήρου. Πέραν αυτού, καθιστούν την εφαρμογή του νόμου 3199/2003 ακόμη πιο δύσκολη.

4. Προβλήματα προξενούνται επιπρόσθετα στο εσωτερικό δίκαιο και αυτό διότι η ανακολουθία των ρυθμίσεων του νόμου, σε συνδυασμό με την απουσία των αναγκαίων για την εφαρμογή του εκτελεστικών πράξεων, δημιουργούν ποικίλες αμφιβολίες ως προς το τελικώς εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς, ιδίως σχετικά με το μείζον ζήτημα της υποχρέωσης ύπαρξης ευρύτερου σχεδιασμού πριν από τη διενέργεια οποιουδήποτε έργου διαχείρισης υδατικών πόρων. Συγκεκριμένα, τόσο ο νόμος 3199/2003, όσο και ο νόμος 1739/1987 προβλέπουν την υποχρέωση του κράτους για σχεδιασμό της διαχείρισης των υδατικών πόρων, ο μεν σε επίπεδο λεκάνης απορροής, ο δε σε επίπεδο υδατικού διαμερίσματος. Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα ποιος εκ των δύο νόμων είναι σήμερα εφαρμοστέος (Σακελλαροπούλου και Σεκέρογλου, 2006).

5. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι ο νόμος 3199/2003 προβλέπει μια νέα διοικητική δομή που περιλαμβάνει την ίδρυση νέων οργάνων και υπηρεσιών σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, η οποία είναι ριζικά διαφορετική από εκείνη που προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος για τη διαχείριση των υδάτων 1739/1987. Θα πρέπει να αναλογισθεί κανείς όμως ότι ο προηγούμενος νόμος (1739/87), ο οποίος προέβλεπε επίσης αλλαγές στη δομή των υπηρεσιών, παρέμεινε ουσιαστικά ανενεργός και αυτό διότι, παρόλο που πέρασαν είκοσι ένα σχεδόν έτη από την ημερομηνία της ισχύος του, ουδέποτε εκδόθηκαν όλα τα προεδρικά διατάγματα και οι λοιπές κανονιστικές διατάξεις, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την πλήρη εφαρμογή του.

6. Οι μεταβατικές διατάξεις στο Άρθρο 16 του νόμου 3199/2003 προκαλούν πλήρη σύγχυση. Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 προβλέπεται εκ πρώτης όψεως κάτι το αυτονόητο. Ήτοι, κάθε διάταξη της προηγούμενης νομοθεσίας που αντιβαίνει στις διατάξεις του νέου νόμου ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται ειδικότερα από αυτόν καταργείται από την έναρξη ισχύος του. Όπως επισημάνθηκε όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διευκρινισθεί κάθε φορά τι μπορεί να θεωρηθεί ως ισχύον δίκαιο. Η λογική του νόμου 3199/2003 για τη διαχείριση των υδάτων στηρίζεται θεωρητικά στην "περιοχή λεκάνης απορροής", ενώ ο νόμος 1739/1987 προβλέπει τη διαχείριση των υδατικών πόρων στο "υδατικό διαμέρισμα". Παρατηρούμε επομένως ότι οι οργανωτικές σταθερές που διατρέχουν το προγενέστερο και το μεταγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο διακατέχονται από ουσιώδεις διαφορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να διαπιστώσουμε τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου, το οποίο μάλιστα αντίκειται προς τους ορισμούς του νόμου 3199/2003. Ακόμη χειρότερα, είναι αδύνατο να διαπιστώσουμε ποιες από τις διατάξεις του Νόμου 1739/1987 θα πρέπει να θεωρηθούν ως καταργημένες, επειδή ανάγονται σε θέματα ρυθμιζόμενα ειδικά από το νόμο 3199/2003.

7. Ένα άλλο σκοτεινό σημείο του νόμου αποτελεί η δεύτερη πρόταση της παραγράφου 1, η οποία προβλέπει ότι μέχρις ότου να ξεκινήσουν να ισχύουν οι κανονιστικές πράξεις που προβλέπεται να εκδοθούν κατ’ εξουσιοδότηση του νέου νόμου, θα ισχύουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν το ίδιο αντικείμενο. Προφανώς, ο νομοθέτης στην περίπτωση αυτή δεν έλαβε υπόψη ότι οι διατάξεις του νόμου 1739/87 είναι στη βάση τους αντίθετες με τη λογική των διατάξεων που διέπουν τον νόμο 3199/2003. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή είναι αδύνατον να εφαρμοστεί στην πράξη. Επιπλέον, σχετικά με την έκδοση αδειών για τη χρήση νερού, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ως αρμόδιες ορίζονταν έως την 1.1.2005 οι κατά το προϊσχύον δίκαιο αρχές. Αντίθετα, οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, ακόμη και μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας. Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι το περιεχόμενό τους δημιουργεί ασάφεια ως προς το ποιοι κανόνες διέπουν ορισμένα ζητήματα, για τα οποία ο νομοθέτης έκρινε ότι έπρεπε να ρυθμιστούν ειδικά. Παράλληλα, οι πιο πάνω διατάξεις επιτρέπουν σε ορισμένες περιπτώσεις την έκδοση αδειών, σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο και την ανανέωσή τους, με βάση τις διατάξεις του Ν.3199/2003. Το γεγονός και μόνο αποκαλύπτει ότι, εκτός του ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη και αμφίβολη η εφαρμογή των διατάξεων των δύο νόμων στην πράξη, δημιουργείται επιπρόσθετα μια εντονότατη σύγχυση.

8. Ο εν λόγω νόμος συντηρεί τις λανθασμένες, μεριστικές και μονοδιάστατες αναπτυξιακές αντιλήψεις, καθώς προωθεί την παρωχημένη πλέον προσέγγιση, ότι το ύδωρ αποτελεί πόρο προς εκμετάλλευση για την ανάπτυξη της Ελλάδας. Η νοοτροπία αυτή βέβαια είναι αντίθετη με την αντίστοιχη της Οδηγίας Πλαίσιο, την οποία ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο, και η οποία διευκρινίζει ότι η βιωσιμότητα απαιτεί πρωτίστως την προστασία των υδάτων και την ικανοποίηση των αναγκών εντός των λεκανών απορροής. Υδραυλικά έργα2 με δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως φράγματα, ταμιευτήρες και εκτροπές, επιτρέπονται μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη λύση οικονομικά αποδοτικότερη και με λιγότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η ορθή εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60 θα έπρεπε τυπικά να είχε σημάνει και το οριστικό τέλος των υδραυλικών έργων σε περιπτώσεις που δε δικαιολογούνται. Ωστόσο, ο νόμος φαίνεται να διαμορφώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συντηρήσει τέτοιου είδους μονόπλευρες πεποιθήσεις, οι οποίες στα ζητήματα ανάπτυξης και περιβάλλοντος βλέπουν μόνο την κατασκευή έργων, τα οποία θεωρητικά προστατεύουν την ποιότητα του νερού και διασφαλίζουν τη χωρική ρύθμιση των υδατικών πόρων, ενώ στην πράξη έχουν πολυδιάστατες επιπτώσεις στα υγροτοπικά συστήματα της χώρας μας και έτσι έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της "βιώσιμης ανάπτυξης3".

9. Ο Ν.3199/2003 είναι εξαιρετικά ασαφής, δεδομένου ότι παραπέμπει όλα τα ουσιώδη ζητήματα εφαρμογής στην έκδοση μεταγενέστερων Κρατικών Υπουργικών Αποφάσεων και Προεδρικών Διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, προβλέπει τουλάχιστον δεκαοχτώ νομοθετήματα για την πλήρη εφαρμογή του, χωρίς μάλιστα να ορίζει συγκεκριμένο χρονικό όριο. Αναλυτικότερα, προβλέπεται η σύσταση Εθνικής Επιτροπής Υδάτων με ΚΥΑ (Άρθρο 3), η Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. με Υ.Α., το εθνικό δίκτυο παρακολούθησης της ποιότητας και ποσότητας των υδάτων με ΚΥΑ, οι Διευθύνσεις Υδάτων στις περιφέρειες με ΚΥΑ, τα Περιφερειακά Συμβούλια Υδάτων με απόφαση των Γενικών Γραμματέων των εκάστοτε Περιφερειών, ο καθορισμός του τρόπου λειτουργίας των Περιφερειακών Συμβουλίων Υδάτων με ΚΥΑ και οι διαδικασίες παρακολούθησης των υδάτων και η ενσωμάτωση παραρτημάτων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ με Π.Δ. Έμφαση όμως θα πρέπει να δοθεί στο γεγονός, ότι το σχετικό Π.Δ4. για την εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, παρόλο που βελτιώνει ουσιαστικά το νόμο και ενσωματώνει κάποιες σημαντικές διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας, εξακολουθεί ωστόσο να είναι εξαιρετικά ασαφές και να παραπέμπει σε νέες αποφάσεις Υπουργών που συνεπάγονται περαιτέρω καθυστερήσεις στην εφαρμογή του και περιπλοκή του συστήματος διαχείρισης των υδατικών πόρων (WWF, 2005:25).

10. Τέλος, ο εν λόγω νόμος παρουσιάζει προβλήματα σε ό,τι αφορά τις δημόσιες υπηρεσίες που προβλέπονται να συσταθούν. Συγκεκριμένα:

i) Παρατηρείται μια μεγάλη έλλειψη στη στελέχωση των υπηρεσιών, καθώς η Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. απασχολεί σήμερα 14 άτομα, ενώ η ιδρυτική ΚΥΑ αναφέρει 54. Παρόμοια προβλήματα υπάρχουν στις Διευθύνσεις Υδάτων στην κάθε μία από τις 13 Περιφέρειες της χώρας μας.

ii) Παρατηρούνται ουσιώδη προβλήματα συνεργασίας και συντονισμού, μεταξύ των  εμπλεκόμενων φορέων στη διαχείριση των υδατικών πόρων, όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. 

4. Οι εξελίξεις στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ 

4.1. Σε επίπεδο δράσεων

      Σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου 3199/2003 το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., ως το αρμόδιο υπουργείο για τα ζητήματα διαχείρισης των υδατικών πόρων της Ελλάδας, προκήρυξε τον Ιούλιο του 2004 διαγωνισμό με τίτλο "Δράσεις για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ". Το βασικό αντικείμενο του έργου αυτού συνοψίζεται σε τρεις βασικές δραστηριότητες:

1. Ως προκαταρκτικές ενέργειες για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα εντάσσονται ο προσδιορισμός των εθνικών και των διασυνοριακών λεκανών απορροής ποταμού της χώρας, ο προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών διαχείρισής τους και ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και ο συντονισμός της αξιοποίησης του εισερχόμενου υλικού από τα σχετικά με την Οδηγία παράλληλα υλοποιούμενα έργα. Συγκεκριμένα, τα έργα αυτά είναι τα κάτωθι:

  • Η προετοιμασία των σχετικών με την Οδηγία-Πλαίσιο συμπληρωματικών νομικών κειμένων για την εφαρμογή της στην Ελλάδα. Να σημειώσουμε εκ των προτέρων ότι ορισμένα από αυτά τα νομικά κείμενα έχουν ήδη συνταχθεί όπως είναι για παράδειγμα το ΠΔ που προβλέπει ο Νόμος 3199, καθώς και οι λοιπές ΚΥΑ για τη σύσταση των περιφερειακών υπηρεσιών υδάτων, τα οποία ωστόσο παρουσιάζουν προβλήματα και ελλείψεις.
  • Η διαμόρφωση ενός γενικού σχεδίου ενεργειών για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στη χώρα μας και η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα των κειμένων, τα οποία εμπεριέχουν τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες έχουν συνταχθεί για τα καθοριστικής σημασίας θέματα εφαρμογής της Οδηγίας. Διευκρινίζεται ότι την περίοδο αυτή η εν λόγω ενέργεια βρίσκεται σε εξέλιξη.
  • Η δημιουργία και διατήρηση ιστοσελίδας στο διαδίκτυο με θέματα, σχετικά με την Οδηγία Πλαίσιο για τα Ύδατα, η οποία θα ενημερώνεται διαρκώς με τις όποιες εξελίξεις λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, καθώς και με τα νέα σχετικά νομοθετήματα της Ε.Ε. Ωστόσο, και αυτή η ενέργεια δεν έχει μέχρι στιγμής υλοποιηθεί, γεγονός ιδιαίτερα στενάχωρο, καθώς θα έδιδε την ευκαιρία να αναπτυχθεί ένα φόρουμ ανταλλαγής απόψεων σχετικά με τις επιμέρους τακτικές και πρακτικές που οφείλει να ακολουθήσει η χώρα μας για τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων της.
  • Ο προσδιορισμός των λεκανών απορροής ποταμού της χώρας, καθώς και εκείνων που συνορεύουν με τις γειτονικές χώρες και η ένταξή τους σε υδατικές περιφέρειες, όπου η διαδικασία αυτή έχει υλοποιηθεί.
  • Η καταγραφή των αρχών διαχείρισης, ο προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων τους και η επιμόρφωση των στελεχών τους, όπου η διαδικασία αυτή ξεκίνησε να υλοποιείται, αλλά "κώλυσε" σε αρκετά σημεία και αυτό διότι προέκυψαν σημαντικότατα προβλήματα σε ό,τι αφορά τις γειτονικές περιφέρειες στις οποίες υπάγονται τα υδρολογικά όρια των λεκανών απορροής ποταμού.
  • Η δημιουργία Μητρώου Προστατευόμενων Περιοχών, η οποία δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί, λόγω των ασαφειών του Νόμου 3199 και του σχετικού Π.Δ. που έχει εκδοθεί.
  • Ο χαρακτηρισμός όλων των συστημάτων υπόγειων υδάτων της Ελλάδας και η ερμηνεία και η παρουσίαση της ποιοτικής και ποσοτικής τους κατάστασης. Όπως είναι ευνόητο η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και αυτό διότι δεν προϋπήρχε στη χώρα μας κάποια βάση δεδομένων που να αφορά τα ποσοτικά δεδομένα των επιφανειακών της υδάτων. Πόσο μάλλον των υπογείων. Επιπλέον, θα πρέπει να αναλογισθεί κανείς ότι το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.) δε διαθέτει επαρκή στοιχεία για τα υπόγεια ύδατα με αποτέλεσμα οι υπόγειοι υδροφόροι ορίζοντες της Ελλάδας να μην είναι αρκούντως γνωστοί. Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η εν λόγω διαδικασία, πιθανώς να είναι από τις περισσότερο αργόσυρτες και μακροπρόθεσμες, προκειμένου να υλοποιηθεί. Οι πιέσεις βέβαια αναμένονται να είναι ιδιαίτερα ισχυρές από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς μέχρι τις 16 Ιανουαρίου του 2009 η εθνική μας νομοθεσία πρέπει να ενσωματώσει την Οδηγία 2006/118/ΕΚ "σχετικά με την προστασία των υπόγειων υδάτων από τη ρύπανση και την υποβάθμιση", η οποία έχει ως βασικό της σκοπό τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της ρύπανσης των υπόγειων υδάτων και τον καθορισμό κριτηρίων για την καλή τους χημική κατάσταση.
  • Τέλος, η συλλογή και αξιοποίηση του εισερχόμενου υλικού από τα παράλληλα υλοποιούμενα έργα, ούτως ώστε να ανταποκριθεί η χώρα μας στις αρχικές απαιτήσεις της Οδηγίας, σχετικά με την υποβολή εκθέσεων και να δημιουργηθούν τα κατάλληλα πρότυπα για την εκπόνηση μελλοντικών εκθέσεων. Διαδικασία, η οποία δεν έχει υλοποιηθεί.

2. Η ανάλυση των χαρακτηριστικών των λεκανών απορροής της χώρας, η ανάπτυξη των δικτύων και μεθοδολογιών παρακολούθησης της ποιότητας και η αξιολόγηση και ταξινόμηση της οικολογικής κατάστασης των εσωτερικών επιφανειακών, των μεταβατικών και των παράκτιων νερών της χώρας.

3. Η υλοποίηση ενός πιλοτικού προγράμματος για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, η οποία ουσιαστικά θα αποτελέσει την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια εφαρμογής της Οδηγίας για τα ύδατα σε επίπεδο λεκάνης απορροής και η επιτυχής ολοκλήρωσή του θα συντελέσει στην ανάπτυξη περισσότερο ειδικευμένων και πρακτικών κατευθύνσεων και στην απόκτηση εμπειρίας για την εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας στις υπόλοιπες λεκάνες απορροής της Ελλάδας (Μιμίκου και Φωτόπουλος, 2004). Σημειώνεται ότι η εν λόγω πιλοτική μελέτη υλοποιήθηκε για τη λεκάνη απορροής του ποταμού Πηνειού της Θεσσαλίας και συγκεκριμένα στη δεύτερη φάση της μελέτης (2005-2006) τα πεδία δράσης που αναπτύχθηκαν αφορούσαν:

α) Τα υπόγεια ύδατα.

β) Τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών για την καταγραφή των πιέσεων και επιπτώσεων που προέρχονται από τις γεωργικές δραστηριότητες.

γ) Τη συνεργασία με τα λοιπά ερευνητικά προγράμματα και

δ) την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου Σχεδίου Διαχείρισης των λοιπών λεκανών απορροής ποταμών.

Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη πιλοτική μελέτη "κώλυσε" σε διαδικαστικά ζητήματα και έτσι δεν εξάχθηκαν σαφή συμπεράσματα για τις υπόλοιπες λεκάνες απορροής ποταμών της χώρας. 

    Αναφορικά με τις υπόλοιπες δραστηριότητες που βρίσκονται σε εξέλιξη σημειώνονται τα εξής:

  • Σε ό,τι αφορά τις γεωργικές δραστηριότητες, πραγματοποιείται ανάλυση και εκτίμηση της δυνατότητας των υφιστάμενων προγραμμάτων μέτρων για την αγροτική ανάπτυξη, όπως είναι για παράδειγμα η μείωση της νιτρορύπανσης, καθώς και η συμβολή τους στην επίτευξη των στόχων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ. Παράλληλα, διεξάγονται ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των αγροτών και του ευρύτερου κοινού, σχετικά με τις περιβαλλοντικές πιέσεις και υποβαθμίσεις που υφίσταται ο αγροτικός χώρος.
  • Όσον αφορά τη διαχείριση των υπόγειων υδάτων έχουμε το συντονισμό μαζί με την Ε.Ε. της Μεσογειακής Ομάδας Εργασίας για τα Υπόγεια Ύδατα (MED-EUWI Groundwater WG) με στόχο την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. και των μη ενταγμένων στην Ε.Ε. Κρατών της Μεσογείου, με απώτερο σκοπό την υιοθέτηση μιας κοινής πολιτικής στην διαχείριση των υπόγειων υδατικών αποθεμάτων και την επίλυση κοινών προβλημάτων. Η εν λόγω ομάδα έχει αναπτύξει επιπρόσθετα  ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, η οποία ενημερώνεται διαρκώς με την εξέλιξη των δράσεών της και είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση "http://www.emwis.org/GroundWaterHome.htm". Πέραν αυτών, το τελικό αποτέλεσμα της πρώτης φάσης της συνεργασίας είναι η έκθεση των χωρών της Μεσογείου για τα υπόγεια ύδατα με την ονομασία "Mediterranean Document on Groundwater", η οποία έχει επίσης δημοσιευτεί στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα.
  • Άλλες σημαντικές δράσεις είναι: α) Η άσκηση διαβαθμονόμησης σε επιλεγμένες θέσεις. β) Η εφαρμογή των Σχεδίων Διαχείρισης του Υπουργείου Ανάπτυξης. γ) Η δημιουργία και επικαιροποίηση των βάσεων δεδομένων για τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά των νερών και δ )η κατηγοριοποίηση και ο καθορισμός των Συνθηκών Αναφοράς για όλα τα Υδάτινα Σώματα (Λαζάρου, 2006).

      Παρά τις δράσεις που υλοποιούνται, εντούτοις θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η κατάσταση στην Ελλάδα κρίνεται απογοητευτική και αυτό διότι καμία από τις ενέργειες που προβλέπει η Οδηγία 2000/60/ΕΚ έχει έρθει σε πέρας, παρά μόνο βρίσκονται σε εξέλιξη, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα έτη από την ημερομηνία ενσωμάτωσής της στην Ελλάδα. Επιπλέον, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη της Ε.Ε. βρίσκονται σε καλύτερο στάδιο σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της Οδηγίας, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί ο μηχανισμός εκπόνησης των σχετικών μελετών στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, αφού καμία από αυτές δεν έχει ανατεθεί σε κάποια τεχνική-επιστημονική υπηρεσία δημόσιου συμφέροντος. Αντιθέτως, η πλειοψηφία των προγραμμάτων και των Σχεδίων Διαχείρισης έχουν ανατεθεί σε ιδιωτικά τεχνικά γραφεία, με αποτέλεσμα έτσι το σημαντικότατο ζήτημα της διαχείρισης των υδατικών πόρων της χώρας να κινδυνεύει να αποτελέσει ζήτημα κερδοσκοπίας ορισμένων επιχειρήσεων. Στην κατεύθυνση αυτή, μια ουσιαστική λύση θα ήταν η στροφή του Κράτους προς τα αναγνωρισμένα πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα της χώρας, τα οποία ως γνωστόν έχουν στελεχωθεί από επιστήμονες υψηλού κύρους, οι οποίοι εφαρμόζοντας τις αρχές της ολιστικής προσέγγισης και της διεπιστημονικής μεθοδολογίας είναι δυνατόν να δώσουν σοβαρές προτάσεις, προκειμένου να υλοποιηθεί ο βασικός στόχος της Οδηγίας στην Ελλάδα εμπρόθεσμα. Ωστόσο, η λογική της κερδοσκοπίας εισήχθη από πολύ νωρίς στην Ελλάδα και είναι αμφίβολο εάν τελικά θα έχει τη δυνατότητα να περάσει στη λογική της αειφόρου ανάπτυξης, που είναι άλλωστε και το βασικό μοντέλο ανάπτυξης που προωθεί η Οδηγία. 

4.2. Σε νομικό επίπεδο

    Ο νόμος 3199/2003 τροποποιήθηκε το καλοκαίρι του 2006 με τα άρθρα 9.1 και 13 του Νόμου 3481/2006 "Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για το Εθνικό Κτηματολόγιο, την ανάθεση και εκτέλεση συμβάσεων έργων και μελετών και άλλες διατάξεις", προκειμένου έτσι να διευκολυνθούν τα έργα μεταφοράς νερού από διαφορετικές λεκάνες και να εγκριθεί τελικά το έργο της εκτροπής του Αχελώου. Σημειώνεται ότι η διαδικασία ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο ολοκληρώθηκε στην πραγματικότητα με καθυστέρηση, μεγαλύτερη των 3 χρόνων, μετά τη δημοσίευση του Προεδρικού Διατάγματος 51/2007 "Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ «για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000". Το Π.Δ. αυτό επιχειρεί να ρυθμίσει πολλά πρακτικά θέματα και να θέσει τις προδιαγραφές για ζητήματα, όπως τα υποχρεωτικά Σχέδια Διαχείρισης και τα προγράμματα παρακολούθησης. Πιο αναλυτικά, οι δράσεις που απαιτούνται σε εφαρμογή του Π.Δ. περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Προσδιορισμό των υδατικών διαμερισμάτων και καθορισμό και ένταξη των υδάτινων σωμάτων σε αυτά.
  • Προσδιορισμό των περιβαλλοντικών στόχων.
  • Εκτίμηση των πιέσεων και ανάλυση των επιπτώσεων.
  • Οικονομική ανάλυση.
  • Σύνταξη μητρώου προστατευόμενων περιοχών.
  • Σχέδια διαχείρισης υδατικών διαμερισμάτων.
  • Σύνταξη και εφαρμογή Προγραμμάτων Παρακολούθησης.
  • Σύνταξη Προγραμμάτων Μέτρων.
  • Δημοσιοποίηση των Σχεδίων Διαχείρισης.
  • Εκπλήρωση υποχρεώσεων στην Επιτροπή ΕΚ (Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Ε.Μ.Π., 2007:29).

Το εν λόγω Π.Δ. συνοδεύεται από Παραρτήματα (Ι-ΙΧ), όπου αναλύονται διεξοδικά όλα τα θέματα που αναφέρονται στα άρθρα του.

    Αξίζει να ειπωθεί ότι η καθυστέρηση της εναρμόνισης της κοινοτικής με την ελληνική νομοθεσία, είχε ως επακόλουθο μια σημαντικότατη καθυστέρηση στην εφαρμογή των επιμέρους διατάξεων της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, με βάση το χρονοδιάγραμμα της Ε.Ε. Πιο αναλυτικά, η Ελλάδα έχει ανταποκριθεί στο Άρθρο 3 της Οδηγίας, που αφορά στον καθορισμό των υδατικών διαμερισμάτων, τους φορείς διαχείρισης και την ένταξη των λεκανών στα υδατικά διαμερίσματα, αν και στο τελευταίο σημείο κατά τρόπο που ενδεχομένως να χρήζει αναθεώρησης. Η σοβαρότερη καθυστέρηση ωστόσο αφορά στην εφαρμογή του Άρθρου 5, το οποίο περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των υδάτινων σωμάτων ανά κατηγορίες και τύπους, την ανάλυση και περιγραφή των χαρακτηριστικών των λεκανών απορροής, την εκτίμηση των πιέσεων και την ανάλυση επιπτώσεων, τον προκαταρκτικό χαρακτηρισμό των ιδιαιτέρως τροποποιημένων υδάτινων σωμάτων, τον χαρακτηρισμό των υδάτινων σωμάτων (επιφανειακών, υπογείων, παράκτιων και μεταβατικών) και την αξιολόγηση του κινδύνου μη επίτευξης των στόχων της Οδηγίας και την προκαταρτική οικονομική ανάλυση. Για το έργο αυτό, το οποίο σημειωτέον ότι έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί το Μάρτιο του 2005, έχουν γίνει κάποιες χρήσιμες μεθοδολογικού χαρακτήρα διερευνήσεις, αλλά ωστόσο δεν έχει αρχίσει ακόμη η ουσιαστική υλοποίηση.

    Καθυστέρηση σημειώνεται επίσης και στην εφαρμογή του Άρθρου 8, το οποίο αφορά στην κατάστρωση των προγραμμάτων εποπτικής, λειτουργικής και διερευνητικής παρακολούθησης των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών των υδάτινων σωμάτων, τα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν τον τεκμηριωμένο προσδιορισμό των θέσεων δειγματοληψίας, των μετρούμενων βιολογικών και χημικών παραμέτρων και των συχνοτήτων αναλύσεων. Βάσει του χρονοδιαγράμματος, το έργο έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του 2006, ώστε από το 2007 να είναι δυνατό να τεθούν σε λειτουργία τα προγράμματα παρακολούθησης. Σημειώνεται ωστόσο ότι στην Ελλάδα η αντίστοιχη εργασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.

    Θα πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι τα προγράμματα παρακολούθησης που βρίσκονται σε λειτουργία από διάφορους φορείς είναι αποσπασματικά, συχνά επικαλυπτόμενα και ελλιπή ως προς τις θέσεις, τη συχνότητα και τις μετρούμενες παραμέτρους. Στην κατεύθυνση αυτή κρίνεται σκόπιμο να σημειωθούν οι σοβαρότατες ελλείψεις σε ό,τι αφορά τις βιολογικές παραμέτρους και τις χημικές ουσίες προτεραιότητας. Κατά συνέπεια, η ενοποίηση και η συμπλήρωσή της, στο πνεύμα των διατάξεων της Οδηγίας, θα απαιτήσει οπωσδήποτε τεράστια προσπάθεια και σημαντικό χρόνο (Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Ε.Μ.Π., 2007:31).

    Ένα άλλο μείζον ζήτημα είναι το γεγονός ότι η χώρα μας έχει ανοιχτά μέτωπα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ό,τι αφορά την Οδηγία Πλαίσιο για το Νερό. Συγκεκριμένα, η Ε.Ε. είχε εκκινήσει προδικαστική διαδικασία κατά της Ελλάδας για ατελή ενσωμάτωση της Οδηγίας Πλαίσιο από το Δεκέμβριο του 2005, καθώς ο έλεγχος της έδειξε ότι ο Ν.3199/2003 δεν ήταν ακριβής στη μεταφορά, αλλά χρειαζόταν περαιτέρω εξειδίκευση, μέσω της έκδοσης διαφόρων εκτελεστικών πράξεων. Δεδομένου ότι η Οδηγία 2000/60/ΕΚ θεωρείται θεμελιώδους σημασίας σε ό,τι αφορά την προστασία και τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτων, οι καθυστερήσεις αυτές υπήρξαν τουλάχιστον προβληματικές. Λόγω των συνεχιζόμενων καθυστερήσεων, η Ε.Ε. παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον Ιούνιο του 2006. Οι ελληνικές αρχές είχαν από τότε αναγνωρίσει την έλλειψη, αλλά ισχυρίζονται ότι αυτή πλέον έχει αντιμετωπιστεί, μέσω της έκδοσης του Π.Δ. 51/2007. Το ίδιο θεώρησε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έκλεισε την υπόθεση τον Ιούνιο του 2007. Συνεχίζοντας, η Ε.Ε. στις 22 Μαρτίου του 2007 παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), ανοίγοντας δεύτερη υπόθεση για την Οδηγία 2000/60/ΕΚ, επειδή δεν έχει υποβάλει τις προβλεπόμενες αναλύσεις για τις λεκάνες απορροής ποταμών, για τις επιδράσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε αυτές καθώς και οικονομική ανάλυση για τη χρήση των υδάτων. Σημειωτέον ότι οι αναλύσεις αυτές θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί έως τον Μάρτιο του 2005. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα υπέβαλε ημιτελή αναφορά το καλοκαίρι του 2006 και δήλωσε ότι θα την ολοκλήρωνε ως τα τέλη του 2007. Δεδομένου όμως ότι οι αναλύσεις αυτές αποτελούν τη βάση για μια σειρά από άλλα βήματα και υποχρεώσεις εφαρμογής της Οδηγίας, η Επιτροπή εκτίμησε την καθυστέρηση ως ιδιαίτερα σοβαρή.

    Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα Κράτη-Μέλη όφειλαν έως τις 22 Δεκεμβρίου του 2006 να έχουν ολοκληρώσει και να θέσουν σε εφαρμογή τα προγράμματα παρακολούθησης των υδάτων. Η Ελλάδα ωστόσο δεν έχει ανταποκριθεί ούτε σε αυτή την υποχρέωση και μόλις τον Απρίλιο 2007 προκηρύχθηκε έργο, το οποίο θεωρητικά θα ικανοποιήσει αυτήν την απαίτηση. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι η καθυστέρηση αυτή πιθανώς να προκαλέσει νέα παραπομπή της χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Θετικό είναι όμως το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2006 έκλεισε η υπόθεση για τη μη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις απαιτήσεις του Άρθρου 3 της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ. Η υπόθεση είχε ανοίξει, καθώς η Ελλάδα δεν είχε ορίσει τις αρμόδιες αρχές για την προστασία και διαχείριση των λεκανών απορροής, δεν είχε ορίσει τη γεωγραφική κάλυψη των περιοχών λεκανών απορροής και δεν είχε διευκρινίσει το νομικό καθεστώς, τις αρμοδιότητες και τον ρόλο της κάθε αρμόδιας αρχής ανά περιοχή λεκάνης απορροής. Με τη δημοσίευση ωστόσο των Κρατικών Υπουργικών Αποφάσεων5 για τη νέα διοικητική δομή και την αποστολή των στοιχείων που αφορούσαν στα υφιστάμενα υδατικά διαμερίσματα, η Ε.Ε. έκρινε ότι η Ελλάδα είχε εκπληρώσει τις σχετικές της υποχρεώσεις. Στις 22 Μαρτίου του 2007 δημοσιεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκθεση6 για την πρώτη περίοδο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ. Επιβεβαιώνοντας όλα τα προαναφερθέντα, η Ελλάδα δεν είχε ανταποκριθεί στις περισσότερες υποχρεώσεις που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία για τη διαχείριση των υδατικών πόρων της.

    Ο νόμος 3199/2003 προέβλεπε επίσης τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Ανάπτυξης στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και κατά συνέπεια μια νέα διοικητική δομή. Τα νέα αυτά όργανα (Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων, Περιφερειακές Διευθύνσεις Υδάτων και Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων) συστάθηκαν στα τέλη του 2005. Εντούτοις, η πορεία τους δεν υπήρξε το ίδιο ενθαρρυντική. Το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων ουδέποτε συγκλήθηκε ή λειτούργησε ως σώμα. Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Υδάτων από την άλλη υπολειτουργούν, καθώς στην πλειονότητά τους δεν έχουν στελεχωθεί ακόμη με το απαιτούμενο προσωπικό. Ας σημειωθεί άλλωστε ότι η σοβαρή έλλειψη προσωπικού στις περιφερειακές Διευθύνσεις Υδάτων αναγνωρίστηκε και από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.7, ο οποίος επεσήμανε ότι οι περισσότερες λειτουργούν με 3-5 άτομα, αντί των προβλεπόμενων 23 υπαλλήλων, με αποτέλεσμα έτσι η συλλογή στοιχείων και εκθέσεων να είναι προβληματική.

    Σε ό,τι αφορά την Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων (KYY), αυτή έχει αρχίσει να δραστηριοποιείται, παρόλο που αντιμετωπίζει ουσιαστικά προβλήματα έλλειψης προσωπικού και χώρου. Συγκεκριμένα, προχώρησε στην προκήρυξη έργων για την υλοποίηση της Οδηγίας 2000/60/EK και την παρακολούθηση των υδάτων, ενώ συμμετέχει και σε σχετικές συναντήσεις. Αξίζει να ειπωθεί ότι από την ΚΥΥ ορίστηκε εκπρόσωπος στην τεχνική επιτροπή του Πάρκου Πρεσπών, ενώ έχει ξεκινήσει προεργασία για την ενεργοποίησή της σε θέματα διαχείρισης διασυνοριακών υδάτινων συστημάτων (Νάντσου κ.α., 2007:13-5). 

5. Συμπεράσματα

    Κάνοντας μια κριτική επισκόπηση όλων των παραπάνω, διαπιστώνεται ότι η μέχρι σήμερα εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στην Ελλάδα έχει διαμορφώσει ένα κλίμα οριακής κρισιμότητας. Πιο αναλυτικά, η εφαρμογή της Οδηγίας Πλαίσιο για τη διαχείριση των υδάτων στην Ελλάδα ξεκίνησε αρνητικά, κυρίως λόγω των σημαντικών παραλείψεων του νόμου που εναρμονίζει την ελληνική με την κοινοτική νομοθεσία και έτσι λοιπόν οδηγούμαστε αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι η επίτευξη της καλής κατάστασης των υδάτων είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα επιτευχθεί έως το έτος 2015, καθώς οι σχετικές δράσεις και εργασίες προχωρούνε με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς. Πέραν αυτών, η ανάθεση των σχετικών προγραμμάτων και μελετών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, και όχι σε επιστημονικούς φορείς δημόσιου χαρακτήρα υποδηλώνει ότι ο τομέας της διαχείρισης των υδατικών πόρων στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως μια επιπρόσθετη παράμετρος για τη μεγιστοποίηση του κέρδους, και όχι ως ένα μείζον εθνικό ζήτημα, το οποίο συσχετίζεται σε κάθε περίπτωση πολυεπίπεδα με τα ζητήματα περιβάλλοντος και ανάπτυξης της χώρας μας.

    Η αρνητική εικόνα που έχει προκύψει σχετικά με την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ στον ελληνικό χώρο είναι αντικειμενικά μια πολυσύνθετη διαδικασία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τις διοικητικές αδυναμίες της χώρας μας. Βέβαια, για να μην απορρίπτουμε όλες τις ευθύνες στη δημόσια διοίκηση, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι θεμελιώδους σημασίας παράγοντες για τη μη εφαρμογή της Οδηγίας υπήρξαν επιπρόσθετα:

  • Η ελλιπής συμμετοχή των εκπροσώπων της Ελλάδας κατά τη διαδικασία διαβούλευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έκδοση της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα.
  • Η κουλτούρα και γενικότερα η λανθασμένη νοοτροπία των σύγχρονων Ελλήνων, οι οποίοι βλέπουν συνήθως κοντόφθαλμα και στηρίζουν ενεργά με τις πράξεις τους την προώθηση του ατομικού συμφέροντος, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό έχει ολέθριες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον ή στην κοινωνική συνοχή της Ελλάδας.
  • Η ελλιπής κατανομή των πόρων στον τομέα των υδάτων, δεδομένου ότι τα μεγαλύτερα ποσά διατίθενται για την υλοποίηση έργων μεταφορικής υποδομής.

      Παρόλο που υπάρχει ένα πλήθος ζητημάτων, τα οποία χρήζουν βελτίωσης, εντούτοις στο σημείο αυτό θα παρουσιαστούν ορισμένοι μόνο άξονες, οι οποίοι κρίνονται ως πρώτης προτεραιότητας για την επίλυση των υφιστάμενων προβλημάτων. Έτσι λοιπόν, το βασικό τρίπτυχο της επιτυχίας συνίσταται στα εξής:

    1. Ενεργοποίηση του επιστημονικού δυναμικού της Ελλάδας, το οποίο μπορεί να διασφαλισθεί μόνο μέσα από τον κατάλληλο σχεδιασμό από την πλευρά της δημόσιας διοίκησης, με παράλληλη αξιοποίηση των κονδυλίων.
    2. Προώθηση της διοικητικής αναδιοργάνωσης, ούτως ώστε να υπάρξουν και να λειτουργήσουν αποτελεσματικά μηχανισμοί ολοκληρωμένης διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταμών, αξιοποιώντας παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία.
    3. Ολοκληρωμένη θεώρηση του ζητήματος διαχείρισης των υδατικών πόρων από την άποψη του αναπτυξιακού σχεδιασμού με την ένταξη της περιβαλλοντικής συνιστώσας, στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης (Μιμίκου, 2006).

    Κλείνοντας, διασαφηνίζεται ότι η επιτυχής εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ αποτελεί τη μοναδική και την ουσιαστικότερη πρόκληση της Ελλάδας σε ό,τι αφορά την ορθολογική διαχείριση των υδατικών της πόρων και προϋποθέτει:

      • Την ύπαρξη κατάλληλων υποδομών8.
      • Την καταβολή μέγιστης προσπάθειας από όλους τους ενδιαφερόμενους (Λαζάρου, 2006).
      • Τον ολοκληρωμένο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
      • Την αλλαγή νοοτροπίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών.
      • Τη διάθεση πόρων (Μιμίκου, 2006).
      • Την πολιτική βούληση (Λαζάρου, 2006).

Υπό το πρίσμα αυτό η Ελλάδα θα ενθαρρυνθεί να προχωρήσει από το νηπιακό σε ένα πρώιμο στάδιο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, ενώ συγχρόνως θα δώσει μια βάσιμη απάντηση σε όλους τους επιστήμονες, οι οποίοι διαμαρτύρονται ότι η Ελλάδα δε διαθέτει επαρκή μέσα για την υλοποίηση της υδατικής της πολιτικής.      

Βιβλιογραφία

    Ασημακόπουλος, Δ., 2004.Οικονομική ανάλυση και τιμολογιακή πολιτική χρήσεων και υπηρεσιών νερού. Αθήνα. Ε.Μ.Π.

    Γρίβα, Ε., 2005.Προστασία και Διαχείριση Υδατικών Πόρων. Ο Ρόλος του Μηχανικού-Εθνικό και Ευρωπαϊκό Θεσμικό Πλαίσιο. Αθήνα. Ε.Μ.Π. Διπλωματική Εργασία.

    Da-Cunha L.V., 1989.Water Resources Situation and Management in the EEC. Hydrogeologie 2, pp.8-37.

    ΕΚΒΥ, 2004.ΕΚΒΥ και Διαχείριση Υδάτων: ο Νέος Νόμος 3199/2003 για προστασία και διαχείριση των υδάτων και η Οδηγία για τους Υδατικούς Πόρους 2000/60/ΕΚ. Αθήνα.

    European Commission, 2000.White Paper on Environmental Liability. 9 February 2000, COM 2000 (66) Final.

    Καΐκα, Μ., 2004.Η Ευρωπαϊκή Οδηγία-Πλαίσιο για το Νερό: Ένα Νέο Θεσμικό Εργαλείο Απέναντι σε Μεταβαλλόμενες Κοινωνικές και Περιβαλλοντικές Συνθήκες. Στο: Ζητήματα Χωρικής Ανάπτυξης. Θεωρητικές Προσεγγίσεις και Πολιτικές, Καυκαλάς Γ. (επιμ.). Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, σσ.303- 339.

    Καραγεώργου, Β., 2003.Η οδηγία-πλαίσιο για το νερό ένας σημαντικός σταθμός για το ευρωπαϊκό δίκαιο περιβάλλοντος. Αθήνα: Νόμος και Φύση.

    Λαζάρου, Α., 2006.Οδηγία Πλαίσιο για τα Νερά (2000/60/ΕΚ).Προκλήσεις και Ευκαιρίες για την Ελλάδα. Αθήνα. Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

    Λουκάτος, Α., Παπαπαύλου, Κ., Κατσιμπίρη, Μ., 2005.Νέα Δεδομένα για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Υδάτων με έμφαση στην Οδηγία 2000/60/ΕΚ. Αθήνα. Ε.ΠΕ.Μ. Α.Ε.

    Μιμίκου, Μ. A. και Φωτόπουλος, Φ. Σ., 2004.Υδατικό Περιβάλλον και Ανάπτυξη. Αθήνα. Ε.Μ.Π.

    Μιμίκου, Μ. Α., 2006.Αποτίμηση της Εφαρμογής της Οδηγίας WFD 2000/60/EC. 3η Πανελλήνια Ημερίδα Υδρολογίας και Υδατικών Πόρων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας-Βόλος: Νοέμβριος 2006.

    Νάντσου, Θ., Χριστοπούλου, Ι., Πληθάρας, Α., Μαραγκού, Π., Παξιμάδης, Γ., Πετρουλά, Ν., 2007.Δεσμεύσεις χωρίς εφαρμογή: η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα. Αθήνα: WWF Ελλάς.

    Σακελλαροπούλου, Κ., Σεκέρογλου, Ν., 2006.Η Βιώσιμη Διαχείριση των Υδατικών Πόρων. Αθήνα: Νόμος και Φύση.

    Σκούλος, Μ., 2002.Προβλήματα στην αειφόρο διαχείριση των υδατικών πόρων στην Ελλάδα. Ελληνικοί υδατικοί πόροι-μια ρεαλιστική προσέγγιση. Συνέδριο. Αθήνα 25 Μαΐου 2002.

    Τ.Ε.Ε., 2005.Κριτική του Τ.Ε.Ε. στο σχέδιο προεδρικού διατάγματος "Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ «για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000".Αθήνα: ΤΕΕ.

    WWF Ελλάς, 2005.Δεσμεύσεις χωρίς Εφαρμογή: Η Περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα. Αθήνα. Εκδόσεις WWF Ελλάς.

    Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Ε.Μ.Π., 2007.Εθνικό Πρόγραμμα Διαχείρισης και Προστασίας των Υδατικών Πόρων. Αθήνα. 

Ο Λάζαρος Τάτσης είναι Χωροτάκτης-Πολεοδόμος Μηχανικός του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και έχει παρακολουθήσει το Διεπιστημονικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Περιβάλλον και Ανάπτυξη" του Ε.Μ.Π. Εργάζεται στην Τεχνική Εταιρία ΑΚΤΩΡ, στην κατασκευή της Εγνατίας Οδού, ενώ συγχρόνως εκπονεί τη Διδακτορική Διατριβή του. Έχει δημοσιεύσει μια σειρά εργασιών σε ζητήματα που σχετίζονται με τον σχεδιασμό του χώρου, το περιβάλλον και την ανάπτυξη, ενώ στα ιδιαίτερα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται: η Στρατηγική Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, η διαχείριση των υδατικών πόρων και ο αναπτυξιακός προγραμματισμός των περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών. Συμμετέχει επίσης ως Ειδικός Επιστήμονας στην εκπόνηση του Σχεδίου Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου, αλλά και ως Σύμβουλος Συστημάτων Πληροφοριών Γης σε Χωροταξικές Μελέτες.

Last Updated ( Friday, 08 August 2008 )
Next >
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB
spacer.png, 0 kB